
Το Συμβούλιο ενέκρινε συμφωνία για μερική διαπραγματευτική εντολή σχετικά με τον προτεινόμενο κανονισμό για τη θέσπιση του προγράμματος για την ενιαία αγορά και τα τελωνεία (SMCP), που αποτελεί μέρος των συνολικών προτάσεων για το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ).
Πέντε επιμέρους χρηματοδοτικά προγράμματα του τρέχοντος ΠΔΠ συγκεντρώνονται σε ένα νέο πρόγραμμα που αποσκοπεί στη στήριξη δραστηριοτήτων σε τομείς πολιτικής που συμβάλλουν στην ομαλή λειτουργία της ενιαίας αγοράς και της τελωνειακής ένωσης και στηρίζουν τη φορολογική πολιτική και τα μέτρα καταπολέμησης της απάτης. Το πρόγραμμα θα καλύπτει επίσης την ανάπτυξη, την παραγωγή και τη διάδοση ευρωπαϊκών στατιστικών.
Η διαπραγματευτική θέση είναι «μερική», διότι δεν περιλαμβάνει οικονομικά και οριζόντια ζητήματα. Τα θέματα αυτά συζητούνται επί του παρόντος στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για το επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ) που καλύπτει την περίοδο 2028 έως 2034.
Το προτεινόμενο πρόγραμμα επιδιώκει την ενίσχυση της ενιαίας αγοράς με την άρση των διασυνοριακών εμποδίων, την ενίσχυση της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών διοικήσεων, τη βελτίωση της επιβολής της νομοθεσίας της ΕΕ και τη στήριξη ψηφιακών λύσεων σε επίπεδο Ένωσης.
Θα συμβάλει επίσης στην υλοποίηση βασικών τελωνειακών πρωτοβουλιών, συμπεριλαμβανομένης της προτεινόμενης τελωνειακής μεταρρύθμισης της ΕΕ. Τέλος, η πρόταση αποσκοπεί στη στήριξη μέτρων όσον αφορά την τυποποίηση, την προστασία των καταναλωτών, την εποπτεία της αγοράς, την καταπολέμηση της απάτης, τη φορολογική συνεργασία και τη συμβολή στην ανάπτυξη ευρωπαϊκών στατιστικών.
Το SMCP συγκεντρώνει πέντε προγράμματα που υφίστανται στο πλαίσιο του τρέχοντος ΠΔΠ:
Το Συμβούλιο εξέφρασε ευρεία υποστήριξη για τη συνολική φιλοδοξία να συνδυαστούν διάφορα υφιστάμενα προγράμματα σε ένα νέο πρόγραμμα με ενιαία προσέγγιση, ώστε να καταστούν δυνατές οι συνέργειες και η ευελιξία.
Στη μερική εντολή του, το Συμβούλιο εξασφαλίζει μεγαλύτερη συμμετοχή των κρατών μελών με την καθιέρωση της επιτροπολογίας, καθώς δημιουργεί μια επιτροπή αποτελούμενη από εμπειρογνώμονες των κρατών μελών.
Άλλες αλλαγές έχουν σχέση:
Η μερική διαπραγματευτική θέση που εγκρίθηκε σήμερα είναι η εντολή του Συμβουλίου για την έναρξη διαπραγματεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με το πρόγραμμα για την ενιαία αγορά και τα τελωνεία. Η απόφαση σχετικά με τον προϋπολογισμό του προγράμματος για την περίοδο 2028-2034 θα εξαρτηθεί από την τελική συμφωνία για το επόμενο ΠΔΠ.
Το πρόγραμμα για την ενιαία αγορά και τα τελωνεία θα συγκεντρώσει 5 προγράμματα που υφίστανται ήδη στο πλαίσιο του τρέχοντος ΠΔΠ. Θα συνδυάζει μέρη του προγράμματος για την ενιαία αγορά, το οποίο στηρίζει και ενισχύει τη διακυβέρνηση της ενιαίας αγοράς· το πρόγραμμα για τα τελωνεία, το οποίο προστατεύει τα δημοσιονομικά και οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ και των κρατών μελών της και αποτρέπει το αθέμιτο και παράνομο εμπόριο.
Στη συνέχεια, θα ενσωματώσει επίσης το πρόγραμμα Fiscalis, για την προστασία της ΕΕ και των κρατών μελών από τη φορολογική απάτη, τη φοροδιαφυγή και τον επιθετικό φορολογικό σχεδιασμό. Τέλος, θα ενσωματώσει το πρόγραμμα της Ένωσης για την καταπολέμηση της απάτης (UAFP), για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της ΕΕ και των κρατών μελών μέσω της πρόληψης της απάτης, της διαφθοράς και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Πηγή: www.consilium.europa.eu
Photo by ALEXANDRE LALLEMAND on Unsplash
Το Συμβούλιο καθόρισε τη θέση του σχετικά με την αναζωογόνηση και την απλούστευση της αγοράς τιτλοποιήσεων της ΕΕ, ενόψει των διαπραγματεύσεων με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Η επανεξέταση του πλαισίου της ΕΕ που διέπει τους κανόνες προληπτικής εποπτείας και τους ρυθμιστικούς κανόνες σχετικά με τις τιτλοποιήσεις έχει ως στόχο να βοηθήσει την αγορά τιτλοποιήσεων να αξιοποιήσει τις δυνατότητες συμβολής της στην ανταγωνιστικότητα της Ένωσης, η οποία αποτελεί βασική προτεραιότητα της ΕΕ. Θα συμβάλει επίσης στη διοχέτευση επενδυτικών ροών σε ευρύτερο φάσμα δραστηριοτήτων της πραγματικής οικονομίας, μεταξύ άλλων για τη στήριξη ΜΜΕ και έργων υποδομής.
Η δέσμη για τις τιτλοποιήσεις αποτελεί το πρώτο βασικό παραδοτέο της πρωτοβουλίας της ΕΕ για την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.
Η τιτλοποίηση αφορά την ομαδοποίηση μη ρευστοποιήσιμων χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, όπως εταιρικά δάνεια, ενυπόθηκα δάνεια ή καταναλωτική πίστη, και τη μετατροπή τους σε διαπραγματεύσιμα περιουσιακά στοιχεία (ομόλογα) για θεσμικούς επενδυτές.
Ο μηχανισμός βοηθά τις τράπεζες —τις μεταβιβάζουσες οντότητες δανείων— να μεταφέρουν τον κίνδυνο που συνδέεται με τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία. Με τον τρόπο αυτό απελευθερώνεται κεφάλαιο το οποίο μπορεί στη συνέχεια να επαναχρησιμοποιηθεί για νέα δανειοδότηση. Η τιτλοποίηση χρησιμοποιείται ως εργαλείο χρηματοδότησης ή διαχείρισης ρευστότητας και από μεταβιβάζουσες οντότητες που δεν είναι τράπεζες, όπως εταιρείες που χρησιμοποιούν εμπορικά χρεόγραφα ή ανάδοχοι έργων υποδομής.
Η αναθεώρηση λαμβάνει τη μορφή στοχευμένων τροποποιήσεων του κανονισμού της ΕΕ για τις κεφαλαιακές απαιτήσεις και του κανονισμού για τις τιτλοποιήσεις.
Το Συμβούλιο υιοθετεί συνολικά μια ισορροπημένη προσέγγιση όσον αφορά, αφενός, την επέκταση της δραστηριότητας της αγοράςκαι, αφετέρου, την παράλληλη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Μεταξύ άλλων, το Συμβούλιο αναπροσαρμόζει στη θέση του τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για επενδύσεις από τράπεζες σε διάφορα είδη τιτλοποιήσεων, με ευαισθησία στον κίνδυνο. Η εντολή του Συμβουλίου εξασφαλίζει ότι οι τιτλοποιήσεις χαμηλού κινδύνου θα επωφελούνται από ουσιωδώς χαμηλότερες κεφαλαιακές απαιτήσεις από ό,τι σήμερα, διατηρώντας παράλληλα τις κεφαλαιακές απαιτήσεις για τιτλοποιήσεις υψηλότερου κινδύνου στα τρέχοντα επίπεδα.
Το Συμβούλιο διατηρεί την προτεινόμενη από την Επιτροπή κατηγορία ασφαλέστερων «ανθεκτικών» τιτλοποιήσεων. Σε συνδυασμό με το καθιερωμένο καθεστώς της απλής, διαφανούς και τυποποιημένης (STS) τιτλοποίησης, η κατηγορία αυτή θα αποφέρει βαθύτερη εξοικονόμηση κεφαλαίου με πρόσθετα κίνητρα για ασφαλείς πρακτικές της αγοράς.
Επίσης, το Συμβούλιο μειώνει σημαντικά τον διοικητικό φόρτο σε σύγκριση με την ισχύουσα νομοθεσία και διευκολύνει τους επενδυτές στις προσπάθειές τους να συμμορφωθούν με τις απαιτήσεις περί STS. Η θέση του Συμβουλίου προβλέπει τη διενέργεια αξιολογήσεων από τρίτους ελεγκτές, με σκοπό να μειωθούν οι χρονοβόρες επιβαρύνσεις και οι αλληλεπικαλύψεις καθηκόντων, και παράλληλα να γίνει το συνολικό πλαίσιο πιο λειτουργικό και ελκυστικό για τους συμμετέχοντες στην αγορά. Ομοίως, το Συμβούλιο αφαιρεί τις προτεινόμενες διοικητικές κυρώσεις για θεσμικούς επενδυτές, θεωρώντας ότι είναι περιττές.
Ένα σαφές μέτρο που λαμβάνει το Συμβούλιο από την πλευρά της ζήτησης είναι ότι αυξάνει το επενδυτικό όριο για οργανισμούς συλλογικών επενδύσεων σε κινητές αξίες (ΟΣΕΚΑ), επιτρέποντάς τους να αποκτούν έως και το 50% των τίτλων σε μία δημόσια τιτλοποίηση, από 10% που είναι το ισχύον όριο. Έτσι θα τονωθούν η ρευστότητα της αγοράς και η συμμετοχή των επενδυτών στην αγορά τιτλοποιήσεων.
Επιβάλλοντας πρόσθετη σύνεση, το Συμβούλιο καθιστά αυστηρότερες, σε σύγκριση με την πρόταση της Επιτροπής, τις απαιτήσεις ομοιογένειας για τις ομάδες που συνδέονται με ΜΜΕ και επιθυμούν τον χαρακτηρισμό STS, και παράλληλα επιτρέπει ρητά στις εν λόγω ομάδες να περιλαμβάνουν δάνεια ΜΜΕ από πολλά κράτη μέλη, προωθώντας έτσι τους βασικούς στόχους της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων σε ό,τι αφορά την ολοκλήρωση των αγορών.
Σε σύγκριση με την πρόταση της Επιτροπής, το Συμβούλιο εισάγει επίσης πρόσθετες διασφαλίσεις που συνδέονται με τη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις περί STS όταν ασφαλιστικές επιχειρήσεις, ή έμμεσα αντασφαλιστικές επιχειρήσεις, παρέχουν μη χρηματοδοτούμενη πιστωτική προστασία σε σύνθετες τιτλοποιήσεις. Επιτρέπει επίσης σε τιτλοποιήσεις χρηματοδότησης έργων κατά την προεπιχειρησιακή φάση να είναι επιλέξιμες για τον χαρακτηρισμό STS.
Τέλος, η εντολή του Συμβουλίου επιτρέπει στους εκδότες τρίτων χωρών να χρησιμοποιούν εναλλακτικούς μορφότυπους δημοσιοποίησης αντί των υφιστάμενων υποδειγμάτων, υπό την προϋπόθεση ότι θέτουν στη διάθεση των επενδυτών της ΕΕ τις ίδιες ουσιαστικές πληροφορίες που πρέπει να παρέχουν οι εκδότες με έδρα στην ΕΕ βάσει του κανονισμού για τις τιτλοποιήσεις. Η προσέγγιση αυτή διατηρεί ίσους όρους ανταγωνισμού, μειώνει τις επιχειρησιακές τριβές και ενθαρρύνει τόσο τις εισερχόμενες όσο και τις εξερχόμενες ροές κεφαλαίων μεταξύ της ΕΕ και τρίτων χωρών.
Αφού καθόρισε τη θέση του, το Συμβούλιο μπορεί πλέον να αρχίσει διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία επί των τελικών νομικών κειμένων.
Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων είναι μια πρωτοβουλία που αποσκοπεί στη βελτίωση του τρόπου με τον οποίο το χρηματοπιστωτικό σύστημα της ΕΕ διοχετεύει τις αποταμιεύσεις σε παραγωγικές επενδύσεις. Στόχος της είναι να παράσχει ευρύτερο φάσμα αποδοτικών επενδυτικών και χρηματοδοτικών ευκαιριών για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις.
Στα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου της 18ης Απριλίου 2024 ζητήθηκε η επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής αγοράς τιτλοποιήσεων, μεταξύ άλλων μέσω κανονιστικών και προληπτικών αλλαγών. Στα συμπεράσματα που ενέκρινε τον Ιούνιο του 2024, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κάλεσε εκ νέου το Συμβούλιο και την Επιτροπή να επισπεύσουν τις εργασίες σχετικά με όλα τα προσδιορισθέντα μέτρα για τη στήριξη των κεφαλαιαγορών της ΕΕ.
Ο Enrico Letta και ο Mario Draghi, στις αντίστοιχες εκθέσεις τους, συνέστησαν επίσης την αναζωογόνηση της αγοράς τιτλοποιήσεων ως μέσο που θα ενισχύσει τη δανειοδοτική ικανότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών και, ως εκ τούτου, θα συμβάλει στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ΕΕ.
Πηγή: www.consilium.europa.eu
Photo by 𝕡𝕒𝕨𝕤 𝕒𝕟𝕕 𝕡𝕣𝕚𝕟𝕥𝕤 on Unsplash
Το Συμβούλιο καθόρισε τη διαπραγματευτική του θέση επί βασικών προτάσεων που έχουν στόχο να ενισχύσουν το νόμισμα του ευρώ, επιτρέποντας τη θέσπιση ψηφιακού ευρώ και αποσαφηνίζοντας καλύτερα το καθεστώς νόμιμου χρήματος των μετρητών σε ευρώ. Με τη σειρά τους, οι πρωτοβουλίες αυτές θα βοηθήσουν να βελτιωθούν η στρατηγική αυτονομία, η οικονομική ασφάλεια και η ανθεκτικότητα της ΕΕ.
Οι προτάσεις αφορούν δύο κανονισμούς που καθορίζουν το νομικό πλαίσιο για την ενδεχόμενη έκδοση ψηφιακού ευρώ και έναν κανονισμό για τη διαφύλαξη του ρόλου των μετρητών στην ΕΕ, μέσω της διασφάλισης της ευρείας αποδοχής και διαθεσιμότητάς τους.
Το ψηφιακό ευρώ θα συμπληρώνει τα μετρητά και θα είναι διαθέσιμο στο ευρύ κοινό και τις επιχειρήσεις για να πραγματοποιούν πληρωμές ανά πάσα στιγμή και οπουδήποτε εντός της ευρωζώνης. Ως πραγματικά δημόσια διευκόλυνση υποστηριζόμενη άμεσα από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), θα βοηθήσει ώστε το χρήμα της κεντρικής τράπεζας να παραμείνει το κύριο σημείο αναφοράς για την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος πληρωμών.
Σύμφωνα με την πρόταση, το ψηφιακό ευρώ:
Εφόσον το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο εγκρίνουν την πρόταση για τη θέσπιση του νομικού πλαισίου, η απόφαση για την έκδοση του ψηφιακού ευρώ θα εναπόκειται τελικά στην ΕΚΤ. Η ΕΚΤ ανέφερε πρόσφατα ότι το ψηφιακό ευρώ θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία έως το 2029.
Στη θέση του που συμφωνήθηκε σήμερα, το Συμβούλιο αποσαφήνισε ορισμένα σημαντικά στοιχεία σχετικά με τον σχεδιασμό του ψηφιακού ευρώ.
Για να αποφευχθούν η χρήση του ψηφιακού ευρώ ως μέσου αποθήκευσης αξίας και κάθε αντίκτυπος στη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, το κείμενο προβλέπει όρια στο συνολικό ποσό ψηφιακών ευρώ που μπορούν να τηρούνται ανά πάσα στιγμή σε επιγραμμικούς ψηφιακούς λογαριασμούς και ψηφιακά πορτοφόλια. Αρμόδια για τον καθορισμό των ορίων θα είναι η ΕΚΤ· ωστόσο, θα πρέπει να τηρείται ένα συνολικό ανώτατο όριο που θα συμφωνηθεί από το Συμβούλιο και θα επανεξετάζεται τουλάχιστον ανά διετία.
Οι πάροχοι υπηρεσιών πληρωμών δεν θα επιτρέπεται να χρεώνουν τους καταναλωτές για ορισμένες υποχρεωτικές υπηρεσίες, όπως το άνοιγμα και το κλείσιμο λογαριασμών, η εκτέλεση πράξεων πληρωμής με ψηφιακό ευρώ από τον λογαριασμό ή το πορτοφόλι τους και η προσθαφαίρεση ποσών σε λογαριασμούς ή πορτοφόλια ψηφιακού ευρώ που τηρούν εφόσον τα ποσά αυτά προέρχονται από άλλους λογαριασμούς καταθέσεων που τηρούν στον ίδιο πάροχο υπηρεσιών πληρωμών. Ωστόσο, θα επιτρέπεται η χρέωση τελών για ορισμένες υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας.
Το κείμενο καθορίζει επίσης ένα πλαίσιο που εξασφαλίζει στους παρόχους διεπαφών και υπηρεσιών ψηφιακού ευρώ την αναγκαία πρόσβαση στο υλισμικό και το λογισμικό των κατασκευαστών κινητών συσκευών, ώστε να είναι δυνατή η παροχή δίκαιης πρόσβασης.
Επιπλέον, το κείμενο καθορίζει το πλαίσιο για τον τρόπο αποζημίωσης των παρόχων υπηρεσιών πληρωμών. Κατά τη διάρκεια μεταβατικής περιόδου τουλάχιστον πέντε ετών, οι χρεώσεις μεταξύ παρόχων υπηρεσιών πληρωμών και η επιβάρυνση των εμπόρων για τις παρεχόμενες υπηρεσίες θα υπόκεινται σε ανώτατο όριο, του οποίου το ύψος θα βασίζεται στις προμήθειες για συγκρίσιμα μέσα πληρωμών. Μετά τη μεταβατική περίοδο, τα ανώτατα όρια των προμηθειών θα καθοριστούν με βάση το πραγματικό κόστος που συνδέεται με το ψηφιακό ευρώ.
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία της ΕΕ, τα μετρητά σε ευρώ είναι το μόνο νόμιμο χρήμα στην ευρωζώνη. Αυτό σημαίνει ότι τα μετρητά σε ευρώ σε υλική μορφή πρέπει να είναι γενικώς διαθέσιμα και αποδεκτά για την πληρωμή υπηρεσιών και αγαθών και την εκπλήρωση υποχρεώσεων πληρωμής, με κάποιες σαφώς καθορισμένες και παρακολουθούμενες εξαιρέσεις.
Η πρόταση για την οποία το Συμβούλιο έχει πλέον καθορίσει τη θέση του έχει ως στόχο να αποσαφηνίσει τους κανόνες αυτούς, περιλαμβανομένης της αλληλεπίδρασής τους με το ψηφιακό ευρώ, ώστε να εξασφαλιστεί συνέπεια μεταξύ των δύο μορφών δημόσιου χρήματος. Οι κύριες διατάξεις της πρότασης επιδιώκουν:
Στη θέση του, το Συμβούλιο δηλώνει την επιθυμία του να απαγορεύσει ουσιαστικά τη μη αποδοχή μετρητών από εμπόρους λιανικής πώλησης ή παρόχους υπηρεσιών με λίγες εξαιρέσεις, ιδίως όσον αφορά τις πληρωμές για αγαθά ή υπηρεσίες που αγοράζονται εξ αποστάσεως, μεταξύ άλλων μέσω διαδικτύου, και από αυτόματα σημεία πώλησης. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις θα διατηρήσουν τη δυνατότητα να δηλώνουν ότι προτιμούν κάρτες ή ψηφιακές μορφές πληρωμής.
Η διαπραγματευτική εντολή του Συμβουλίου απαιτεί από τα κράτη μέλη της ΕΕ να παρακολουθούν την αποδοχή των μετρητών, να εξασφαλίζουν την πρόσβαση σε μετρητά σε ολόκληρη την επικράτειά τους βάσει κοινών και εθνικών δεικτών, και να λαμβάνουν διορθωτικά μέτρα όταν χρειάζεται.
Τέλος, τα κράτη μέλη καλούνται να εκπονήσουν σχέδιο για την ανθεκτικότητα των μετρητών ή μέτρα για καταστάσεις εκτεταμένης και σοβαρής διατάραξης της λειτουργίας των ηλεκτρονικών μέσων πληρωμών.
Με αυτή τη συμφωνηθείσα θέση, το Συμβούλιο μπορεί να αρχίσει διαπραγματεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με το ψηφιακό ευρώ και το καθεστώς νόμιμου χρήματος των μετρητών.
Πηγή: www.consilium.europa.eu
Photo by Dmitrii E. on Unsplash
Οι αντιπρόσωποι των κρατών μελών προσυπέγραψαν τη διμερή συμφωνία με τον Καναδά στο πλαίσιο του κανονισμού σχετικά με το μέσο δράσης για την ασφάλεια στην Ευρώπη (SAFE).
Ο Καναδάς θα γίνει η πρώτη μη ευρωπαϊκή χώρα που θα συμμετάσχει στο μέσο SAFE, το μέσο για την άμυνα ύψους 150 δισ. ευρώ που στηρίζει όσα κράτη μέλη της ΕΕ επιθυμούν να επενδύσουν στην αμυντική βιομηχανική παραγωγή μέσω κοινών προμηθειών, εστιάζοντας σε δυνατότητες προτεραιότητας.
Τούτο αντικατοπτρίζει την κοινή φιλοδοξία της ΕΕ και του Καναδά να συσφίξουν τους δεσμούς ασφάλειας και άμυνας μεταξύ τους και να ενισχύσουν περαιτέρω την κοινή αμυντική συνεργασία, όπως ορίζει η εταιρική σχέση στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας που υπογράφηκε στη διάσκεψη κορυφής Καναδά-ΕΕ στις 23 Ιουνίου 2025.
Στο πλαίσιο του μέσου SAFE, οι συμβάσεις προμηθειών θα πρέπει να εξασφαλίζουν ότι το κόστος των κατασκευαστικών στοιχείων καταγωγής εκτός της ΕΕ, των κρατών της ΕΖΕΣ μελών του ΕΟΧ και της Ουκρανίας δεν υπερβαίνει το 35% του εκτιμώμενου κόστους των κατασκευαστικών στοιχείων του τελικού προϊόντος. Η συμφωνία με τον Καναδά ανοίγει αυτούς τους όρους επιλεξιμότητας ώστε να καθίσταται δυνατή η μεγαλύτερη συμμετοχή καναδικών νομικών οντοτήτων. Η συμφωνία προβλέπει ότι η συμμετοχή αυτή υπόκειται στην καταβολή χρηματοδοτικής συνεισφοράς από τον Καναδά.
Το Συμβούλιο θα κληθεί να εγκρίνει την επίσημη υπογραφή της συμφωνίας μετά τη νομική εξέταση. Κατόπιν της υπογραφής, θα ζητηθεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να δώσει την έγκρισή του. Μόλις το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δώσει την έγκρισή του, το Συμβούλιο θα είναι σε θέση να εγκρίνει και τυπικά τη συμφωνία.
Στα συμπεράσματά του της 6ης Μαρτίου 2025, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο τόνισε ότι η Ευρώπη πρέπει να καταστεί πιο κυρίαρχη και πιο υπεύθυνη για την άμυνά της και καλύτερα εξοπλισμένη για να ενεργεί και να αντιμετωπίζει αυτόνομα τις άμεσες και μελλοντικές προκλήσεις και απειλές. Στην εν λόγω σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, όλα τα κράτη μέλη δεσμεύτηκαν να ενισχύσουν τη συνολική αμυντική ετοιμότητά τους, να μειώσουν τις στρατηγικές εξαρτήσεις και παράλληλα να αντιμετωπίσουν τα κενά σε κρίσιμες δυνατότητες και να ενισχύσουν δεόντως την ευρωπαϊκή τεχνολογική και βιομηχανική βάση στον τομέα της άμυνας, ώστε η ΕΕ να είναι σε θέση να προμηθεύει καλύτερα εξοπλισμό στις ποσότητες και με τον επιταχυνόμενο ρυθμό που απαιτούνται.
Το SAFE είναι ο πρώτος πυλώνας του σχεδίου ReArm Europe / Ετοιμότητα με ορίζοντα το 2030 που παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι άλλοι πυλώνες είναι: η ενίσχυση της χρηματοδότησης για την εθνική άμυνα με ενεργοποίηση της εθνικής ρήτρας διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης· η ενίσχυση της ευελιξίας των μέσων της ΕΕ, όπως είναι τα ταμεία συνοχής, ώστε να καταστεί δυνατή η αύξηση των επενδύσεων στον τομέα της άμυνας· η συμπλήρωση της δημόσιας χρηματοδότησης με συνεισφορές από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων· και η κινητοποίηση ιδιωτικών κεφαλαίων.
Το SAFE αποτελεί επίσης σημαντικό μέσο για να στηριχθούν η στενότερη ενσωμάτωση της Ουκρανίας στην ευρωπαϊκή βιομηχανική βάση στον τομέα της άμυνας, η επιτάχυνση της ανάπτυξης δυνατοτήτων και η ενίσχυση της συλλογικής αμυντικής ετοιμότητας της Ευρώπης για την αντιμετώπιση κοινών απειλών κατά της ασφάλειας.
Δεκαεννιά συμμετέχουσες χώρες υπέβαλαν τα εθνικά επενδυτικά τους σχέδια στον τομέα της άμυνας στο πλαίσιο του SAFE πριν από την προθεσμία της 30ής Νοεμβρίου 2025. Τα σχέδια αυτά εξετάζονται τώρα από την Επιτροπή.
Ο κανονισμός SAFE προβλέπει ότι η Ένωση μπορεί να συνάπτει διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες μεταξύ άλλων με τρίτες χώρες με τις οποίες η Ένωση έχει συνάψει εταιρική σχέση στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας, με σκοπό να ανοίξει τους όρους επιλεξιμότητας του κανονισμού για τις εν λόγω χώρες.
Η ΕΕ και ο Καναδάς υπέγραψαν εταιρική σχέση στον τομέα της ασφάλειας και της άμυνας με την ευκαιρία της διάσκεψης κορυφής ΕΕ-Καναδά στις 23 Ιουνίου 2025.
Πηγή: www.consilium.europa.eu
Photo by Rene Baker on Unsplash
Το έργο συγχρηματοδοτήθηκε από την Ευρωπαϊκή Ένωση