Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την Ουγγαρία στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για την επιβολή περιορισμών στο περιθώριο τιμών, οι οποίοι επηρεάζουν κυρίως μη ουγγρικές επιχειρήσεις. Η Ουγγαρία περιόρισε το περιθώριο μεταξύ των τιμών αγοράς και των τιμών πώλησης των προϊόντων σε τόσο χαμηλό επίπεδο ώστε δεν επιτρέπει πλέον στις εταιρείες να καλύπτουν το κόστος τους, αναγκάζοντας τους εμπόρους λιανικής πώλησης να πωλούν τα προϊόντα τους με ζημία.
Το 2025 η Ουγγαρία θέσπισε εθνικούς κανόνες που περιορίζουν τα περιθώρια τιμών κυρίως για τους αλλοδαπούς εμπόρους λιανικής πώλησης στο 10 % (κυβερνητικό διάταγμα 42/2025) για ορισμένα προϊόντα διατροφής και στο 15 % (κυβερνητικό διάταγμα 93/2025) για ορισμένα είδη φαρμακείων. Οι κανόνες αυτοί απαιτούσαν επίσης από τους εμπόρους λιανικής πώλησης να διατηρούν τις ποσότητες των σχετικών προϊόντων που πωλούνταν πριν από την εισαγωγή των περιθωρίων τιμών. Το λιανικό εμπόριο επιβαρύνεται με πολλές δαπάνες πέραν του κόστους αγοράς προϊόντων, συμπεριλαμβανομένων των δαπανών που σχετίζονται με τους εργαζομένους και του κόστους μεταφοράς, αποθήκευσης και εγκαταστάσεων, οι οποίες ανέρχονται σε μέσο περιθώριο τιμών 30 % για το λιανικό εμπόριο τροφίμων και 35 % για το λιανικό εμπόριο φαρμακείων, ενώ τα περιθώρια κέρδους είναι πολύ χαμηλότερα, περίπου 3-4 %. Το συνδυασμένο αποτέλεσμα του καθορισμού ανώτατων περιθωρίων τιμών και της απαίτησης από τους εμπόρους λιανικής πώλησης να πωλούν τις ίδιες ποσότητες των σχετικών προϊόντων δημιουργεί ζημίες για τους υφιστάμενους φορείς εκμετάλλευσης που βρίσκονται ήδη στην αγορά και καταργεί κάθε κίνητρο για τους νέους φορείς εκμετάλλευσης που επιθυμούν να ξεκινήσουν τέτοιες οικονομικές δραστηριότητες να εγκατασταθούν στην Ουγγαρία.
Οι ουγγρικές αρχές εισήγαγαν αρχικά τα μέτρα σε προσωρινή βάση, αλλά παρέτειναν τα διατάγματα αρκετές φορές προτού μεταφέρουν τους κανόνες σε μόνιμη νομοθεσία τον Μάιο του 2026 (νόμος CLXIV του 2005 για το εμπόριο). Η Ουγγαρία εσφαλμένως ισχυρίζεται ότι η διαφορά μεταξύ της τιμής προμήθειας και της τιμής πώλησης ισούται με το κέρδος των οικείων εταιρειών, χωρίς να λαμβάνει υπόψη ότι έχουν επίσης σημαντικό πρόσθετο κόστος, όπως για το προσωπικό, τα ακίνητα και τους φόρους.
Τα ουγγρικά μέτρα ενδέχεται να επιβάλλουν μεροληπτικές και δυσανάλογες απαιτήσεις κατά παράβαση της οδηγίας για τις υπηρεσίες και να παρεμποδίζουν ή να καθιστούν λιγότερο ελκυστική την άσκηση από τους υπηκόους της ΕΕ της ελευθερίας εγκατάστασης που κατοχυρώνεται στο άρθρο 49 της ΣΛΕΕ. Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι κανόνες έχουν αρνητικό αντίκτυπο στους οικονομικούς φορείς όσον αφορά την πρόσβαση και την άσκηση δραστηριοτήτων στον εν λόγω τομέα, παραβιάζοντας έτσι τους κανόνες για την ελευθερία εγκατάστασης, όπως κατοχυρώνονται στην οδηγία για τις υπηρεσίες και στο άρθρο 49 της ΣΛΕΕ. Η οδηγία για τις υπηρεσίες (οδηγία 2006/123/ΕΚ) και η ελευθερία εγκατάστασης, όπως κατοχυρώνονται στο άρθρο 49 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), απαιτούν από τις δημόσιες αρχές να διασφαλίζουν την ίση μεταχείριση και την απαγόρευση των διακρίσεων των οικονομικών φορέων και να μην περιορίζουν τις οικονομικές δραστηριότητες, εκτός εάν οι περιορισμοί αυτοί δικαιολογούνται για την επίτευξη ορισμένων σκοπών δημόσιου συμφέροντος.
Μία περίπτωση αφορά περιορισμούς όσον αφορά την πώληση ορισμένων τροφίμων από εμπόρους λιανικής πώλησης τροφίμων [INFR(2025)2052]. Η άλλη περίπτωση καλύπτει παρόμοιους περιορισμούς για την πώληση ορισμένων μη εδώδιμων προϊόντων από φαρμακεία [INFR(2025)2102].
Η Επιτροπή απέστειλε αρχικά προειδοποιητική επιστολή τον Ιούνιο του 2025, ακολουθούμενη από αιτιολογημένη γνώμη τον Δεκέμβριο του 2025. Δεδομένου ότι η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ουγγαρία εξακολουθεί να παραβιάζει τους κανόνες της ΕΕ, αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση στο ΔΕΕ.
Πηγή: ec.europa.eu
Photo by Mihály Köles on Unsplash